εμπόδιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εμπόδιο εμπόδια
γενική εμποδίου εμποδίων
αιτιατική εμπόδιο εμπόδια
κλητική εμπόδιο εμπόδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμπόδιο < αρχαία ελληνική ἐμπόδιον < ἐν + πούς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛmˈbɔ.ði.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εμπόδιο ουδέτερο

  1. καθετί που με φυσικό ή τεχνητό τρόπο δυσχεραίνει ή κάνει αδύνατη μια πορεία προς ορισμένη κατεύθυνση
  2. (ειδικότερα) τεχνητό φράγμα που τοποθετείται σε τακτές αποστάσεις και πάνω από αυτό πηδούν οι αθλητές δρόμων ταχύτητας
  3. (μεταφορικά) οτιδήποτε εμποδίζει

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]