εμπόδιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εμπόδιο εμπόδια
γενική εμποδίου εμποδίων
αιτιατική εμπόδιο εμπόδια
κλητική εμπόδιο εμπόδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εμπόδιο < αρχαία ελληνική ἐμπόδιον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛm.ˈbɔ.ði.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εμπόδιο ουδέτερο

  1. καθετί που με φυσικό ή τεχνητό τρόπο δυσχεραίνει ή κάνει αδύνατη μια πορεία προς ορισμένη κατεύθυνση
  2. (ειδικότερα) τεχνητό φράγμα που τοποθετείται σε τακτές αποστάσεις και πάνω από αυτό πηδούν οι αθλητές δρόμων ταχήτητας
  3. (μεταφορικά) οτιδήποτε εμποδίζει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]