barrage

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

barrage (en)

  1. φράγμα, τεχνητό εμπόδιο, πχ σ' ένα ποτάμι
  2. μπαράζ βολών πυροβολικού για να προστατευθούν τα οικεία στρατεύματα
  3. ομοβροντία
  4. (αθλητισμός) αγώνας μπαράζ



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ba.ʁaʒ/
barrage 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
barrage barrages

barrage (fr) αρσενικό

  1. το φράγμα