καταιγισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καταιγισμός καταιγισμοί
γενική καταιγισμού καταιγισμών
αιτιατική καταιγισμό καταιγισμούς
κλητική καταιγισμέ καταιγισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταιγισμός < αρχαία ελληνική καταιγισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καταιγισμός αρσενικό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταιγισμός < καταιγίδα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καταιγισμός αρσενικό

  1. ο παρόμοιος με καταιγίδα πυκνός και σφοδρός εκσφενδονισμός υλικών (πέτρες, βέλη, ακόντια κλπ.)