ομοβροντία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ομοβροντία θηλυκό
- η ρίψη βλημάτων από πολλά πυροβόλα ταυτοχρόνως
- ※ Μια ομοβροντία του είχε σκοτώσει έναν εύζωνο μια μέρα, και την επαύριο άλλη ομοβροντία, από μες από τα καλάμια, πλήγωσε θανάσιμα άλλον ένα (Πηνελόπη Δέλτα, Στα μυστικά του βάλτου, Κεφάλαιο ΙΔ, 1937)
- (μεταφορικά) η συντονισμένη επανάληψη ενεργειών ή πράξεων