βλήμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βλήμα βλήματα
γενική βλήματος βλημάτων
αιτιατική βλήμα βλήματα
κλητική βλήμα βλήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βλήμα < αρχαία ελληνική βλῆμα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈvli.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βλήμα ουδέτερο

  1. καθετί που ρίχνεται εναντίον ενός στόχου και, κυρίως, με βλητικό μηχανισμό όπλου και με σκοπό να προκαλέσει βλάβη
  2. (υβριστικά) ο ανόητος άνθρωπος

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]