προβεβλημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική προβεβλημένος προβεβλημένη προβεβλημένο
γενική προβεβλημένου προβεβλημένης προβεβλημένου
αιτιατική προβεβλημένο προβεβλημένη προβεβλημένο
κλητική προβεβλημένε προβεβλημένη προβεβλημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προβεβλημένοι προβεβλημένες προβεβλημένα
γενική προβεβλημένων προβεβλημένων προβεβλημένων
αιτιατική προβεβλημένους προβεβλημένες προβεβλημένα
κλητική προβεβλημένοι προβεβλημένες προβεβλημένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προβεβλημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προβάλλω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

προβεβλημένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: προβάλλω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]