συντονισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συντονισμένος συντονισμένη συντονισμένο
γενική συντονισμένου συντονισμένης συντονισμένου
αιτιατική συντονισμένο συντονισμένη συντονισμένο
κλητική συντονισμένε συντονισμένη συντονισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συντονισμένοι συντονισμένες συντονισμένα
γενική συντονισμένων συντονισμένων συντονισμένων
αιτιατική συντονισμένους συντονισμένες συντονισμένα
κλητική συντονισμένοι συντονισμένες συντονισμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συντονισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος [[συντονίζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

συντονισμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: συντονίζω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]