Μετάβαση στο περιεχόμενο

τροχοπέδη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τροχοπέδη οι τροχοπέδες
      γενική της τροχοπέδης των τροχοπεδών
    αιτιατική την τροχοπέδη τις τροχοπέδες
     κλητική τροχοπέδη τροχοπέδες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τροχοπέδη < ελληνιστική κοινή τροχοπέδη < αρχαία ελληνική τροχός (< τρέχω) + πέδη (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική frein)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tɾo.xoˈpe.ði/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τροχοπέδη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τροχοπέδη θηλυκό

  1. μηχανισμός που επιβραδύνει την ταχύτητα τροχού που περιστρέφεται, ιδίως στο τρένο
    χρειάζεται παράθεμα
     συνώνυμα: φρένο
  2. (μεταφορικά) το εμπόδιο ή ό,τι επιβραδύνει μια κατάσταση
    χρειάζεται παράθεμα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]