μηχανισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μηχανισμός οι μηχανισμοί
      γενική του μηχανισμού των μηχανισμών
    αιτιατική τον μηχανισμό τους μηχανισμούς
     κλητική μηχανισμέ μηχανισμοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μηχανισμός < μηχανή + -ισμός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μηχανισμός αρσενικό

  • ο τρόπος λειτουργίας των ηλεκτρικών συσκευών και όλων των μηχανοκίνητων πραγμάτων


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]