ταχύτητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ταχύτητα ταχύτητες
γενική ταχύτητας ταχυτήτων
αιτιατική ταχύτητα ταχύτητες
κλητική ταχύτητα ταχύτητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ταχύτητα θηλυκό

  1. (φυσική) διανυσματικό φυσικό μέγεθος που ισούται με την απόσταση που διανύει ένα κινούμενο σώμα στη μονάδα του χρόνου
    το αυτοκίνητο έτρεχε με ταχύτητα 50 χιλιόμετρα την ώρα
  2. η ιδιότητα του γρήγορου, η γρηγοράδα
  3. μηχανισμός μετάδοσης της κίνησης σε κινητήρες αυτοκινήτων, μοτοσικλετών
    ο οδηγός έβαλε την πρώτη ταχύτητα και ξεκίνησε

32πχ Μεταφράσεις[]