ταχυτής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική ταχυτής ταχυτῆτε ταχυτῆτες
Γενική ταχυτῆτος ταχυτήτοιν ταχυτήτων
Δοτική ταχυτῆτι ταχυτήτοιν ταχυτῆσι(ν)
Αιτιατική ταχυτῆτα ταχυτῆτε ταχυτῆτας
Κλητική ταχυτής ταχυτῆτε ταχυτῆτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταχυτής < ταχύς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταχυτής θηλυκό

Αντώνυμα[επεξεργασία]