αδυναμία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αδυναμία αδυναμίες
γενική αδυναμίας αδυναμιών
αιτιατική αδυναμία αδυναμίες
κλητική αδυναμία αδυναμίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αδυναμία < α- (στερητικό) +δύναμη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ði.na.'mi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αδυναμία θηλυκό

  1. η ανικανότητα κάποιου, το να μην μπορέσει κάποιος να επιτύχει κάτι
    η αδυναμία του πρόεδρος να ελέγξει τους βουλευτές του κόμματος ενδέχεται να οδηγήσει σε πρόωρες εκλογές
  2. ευάλωτο ή ευπαθές σημείο που μπορεί να υποστεί επίθεση
    οι υποψίες για αδυναμίες στον αλγόριθμο κρυπτογράφησης αποδείχτηκαν αβάσιμες
  3. η απουσία δύναμης
    σωματική αδυναμία
  4. η αίσθηση της απουσίας δύναμης
  5. άνθρωπος ή αντικείμενο ιδιαίτερα αγαπητό
    όλα τα παιδάκια τα αγαπώ, αλλά αυτό το ανιψάκι είναι η αδυναμία μου
  6. ιδιαίτερη αγάπη, εύνοια
    Σου έχω αδυναμία!


32πχ Μεταφράσεις[]