αδυναμία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αδυναμία οι αδυναμίες
      γενική της αδυναμίας των αδυναμιών
    αιτιατική την αδυναμία τις αδυναμίες
     κλητική αδυναμία αδυναμίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδυναμία < α- (στερητικό) +δύναμη

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ði.naˈmi.a/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αδυναμία θηλυκό

  1. η ανικανότητα κάποιου, το να μην μπορέσει κάποιος να επιτύχει κάτι
    η αδυναμία του προέδρου να ελέγξει τους βουλευτές του κόμματος ενδέχεται να οδηγήσει σε πρόωρες εκλογές
  2. ευάλωτο ή ευπαθές σημείο που μπορεί να υποστεί επίθεση
    οι υποψίες για αδυναμίες στον αλγόριθμο κρυπτογράφησης αποδείχτηκαν αβάσιμες
  3. η απουσία δύναμης
    σωματική αδυναμία
  4. η αίσθηση της απουσίας δύναμης
  5. άνθρωπος ή αντικείμενο ιδιαίτερα αγαπητό
    όλα τα παιδάκια τα αγαπώ, αλλά αυτό το ανιψάκι είναι η αδυναμία μου
  6. ιδιαίτερη αγάπη, εύνοια
    Σου έχω αδυναμία!


Μεταφράσεις[επεξεργασία]