ευπαθής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: εὐπαθής

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ευπαθής ευπαθής ευπαθές
γενική ευπαθούς ευπαθούς ευπαθούς
αιτιατική ευπαθή ευπαθή ευπαθές
κλητική ευπαθή(ής) ευπαθής ευπαθές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ευπαθείς ευπαθείς ευπαθή
γενική ευπαθών ευπαθών ευπαθών
αιτιατική ευπαθείς ευπαθείς ευπαθή
κλητική ευπαθείς ευπαθείς ευπαθή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευπαθής < αρχαία ελληνική εὐπαθής < εὖ + πάσχω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ευπαθής

  1. που έχει μειωμένη αντοχή, που καταστρέφεται εύκολα
  2. που παρουσιάζει ευπάθεια, μειωμένη αντίσταση σε ασθένειες

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]