εύνοια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εύνοια εύνοιες
γενική εύνοιας ευνοιών
αιτιατική εύνοια εύνοιες
κλητική εύνοια εύνοιες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εύνοια < ετυμολογία: (αρχ. Ελλ.) εὖ + νοῦς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈεv.ni.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εύνοια θηλυκό

  1. μεροληπτική προτίμηση, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για προστασία ή υποστήριξη κάποιου από κάποιον ή κάτι που διαθέτει ισχύ
  2. καλή σκέψη, (για παράδειγμα να σκέφτεται κάποιος καλές, θετικές σκέψεις)
  3. ορθή κρίση, (για παράδειγμα κάποιος να σκέφτεται, να συγκρίνει τις πληροφορίες και να βγάζει ορθά συμπεράσματα)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]