Μετάβαση στο περιεχόμενο

εύνοια

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Εὔνοια, εὔνοια, εὔνια

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εύνοια οι εύνοιες
      γενική της εύνοιας των ευνοιών
    αιτιατική την εύνοια τις εύνοιες
     κλητική εύνοια εύνοιες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εύνοια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὔνοια < εὔνους < εὖ (εύ-) + νόος / νοῦς

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈev.ni.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εύνοια

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εύνοια θηλυκό

  • μεροληπτική προτίμηση, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για προστασία ή υποστήριξη κάποιου από κάποιον ή κάτι που διαθέτει ισχύ
      οι δικοί του τον θυμούνται ... ως τον υπαίτιο της οικονομικής δυστυχίας τους, σαν να έβαλε αυτογκόλ σε δυο κρίσιμους ποδοσφαιρικούς τελικούς: επί Δικτατορίας, που δεν αξιοποίησε την εύνοια της Χούντας που τον στράτευσε στην παντοδύναμη ΕΣΑ και αυτός λιποτάκτησε, και επί Δημοκρατίας, που δεν αξιοποίησε την αντίσταση που έκανε κατά της Χούντας (Βασίλης Γκουρογιάννης, Αναψηλάφηση, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]