εύνοια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | εύνοια | οι | εύνοιες |
| γενική | της | εύνοιας | των | ευνοιών |
| αιτιατική | την | εύνοια | τις | εύνοιες |
| κλητική | εύνοια | εύνοιες | ||
| Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εύνοια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὔνοια < εὔνους < εὖ (εύ-) + νόος / νοῦς
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈev.ni.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : εύ‐νοι‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εύνοια θηλυκό
- μεροληπτική προτίμηση, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για προστασία ή υποστήριξη κάποιου από κάποιον ή κάτι που διαθέτει ισχύ
- ※ οι δικοί του τον θυμούνται ... ως τον υπαίτιο της οικονομικής δυστυχίας τους, σαν να έβαλε αυτογκόλ σε δυο κρίσιμους ποδοσφαιρικούς τελικούς: επί Δικτατορίας, που δεν αξιοποίησε την εύνοια της Χούντας που τον στράτευσε στην παντοδύναμη ΕΣΑ και αυτός λιποτάκτησε, και επί Δημοκρατίας, που δεν αξιοποίησε την αντίσταση που έκανε κατά της Χούντας (Βασίλης Γκουρογιάννης, Αναψηλάφηση, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- εύνοια - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα εύ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)