εύνοια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εύνοια εύνοιες
γενική εύνοιας ευνοιών
αιτιατική εύνοια εύνοιες
κλητική εύνοια εύνοιες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εύνοια < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈεv.ni.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εύνοια θηλυκό

  1. μεροληπτική προτίμηση, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για προστασία ή υποστήριξη κάποιου από κάποιον ή κάτι που διαθέτει ισχύ


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]