favour

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

favour (en) (ΗΒ) και favor (ΗΠΑ)

  1. χάρη (ενέργεια που θα ευχαριστήσει κάποιον)
    Can you please do me a favour? - Μπορείς σε παρακαλώ να μου κάνεις μια χάρη;
  2. εύνοια
    The pupil won the favour of his teachers. - O μαθητής κέρδισε την εύνοια των δασκάλων του.