Μετάβαση στο περιεχόμενο

favour

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
favour favours

favour (en) (βρετανική γραφή) (ΗΒ) και favor (ΗΠΑ)

  1. η χάρη, η εξυπηρέτηση, ενέργεια που θα ευχαριστήσει κάποιον
    παράδειγμα  Can you please do me a favour?
    Μπορείς σε παρακαλώ να μου κάνεις μια χάρη;
    παράδειγμα  It’s not a bother at all for me to do this favor for you.
    Δε μου είναι καθόλου βάρος να σου κάνω την εξυπηρέτηση αυτή.
  2. η εύνοια
    παράδειγμα  The pupil won the favour of his teachers.
    O μαθητής κέρδισε την εύνοια των δασκάλων του.
     συνώνυμα: grace

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]
ενεστώτας favour
γ΄ ενικό ενεστώτα favours
αόριστος favoured
παθητική μετοχή favoured
ενεργητική μετοχή favouring

favour (en) και favor (ΗΠΑ)

  • ευνοώ
    παράδειγμα  fortune favours the brave- η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς