grace

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: grâce

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

grace (en)

  1. η χάρη (η ιδιότητα του χαριτωμένου)
  2. η θεία χάρη
  3. περίοδος χάριτος (σε έναν χρεοφειλέτη)