favor

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

favor (en)(ΗΠΑ) και favour (ΗΒ)

  • δείτε τη λέξη  favour



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
favor favores

favor (pt) θηλυκό

  1. η χάρη

Εκφράσεις[επεξεργασία]