εὔνοια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική εὔνοια εὐνοία εὔνοιαι
Γενική εὐνοίας εὐνοίαιν εὐνοιῶν
Δοτική εὐνοί εὐνοίαιν εὐνοίαις
Αιτιατική εὔνοιαν εὐνοία εὐνοίας
Κλητική εὔνοια εὐνοία εὔνοιαι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εὔνοια < εὔνους + -ια < εὖ + νόος / νοῦς

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εὔνοιᾰ θηλυκό

  1. εύνοια, καλή θέληση
  2. δώρο που δίνεται σε ένδειξη καλής θέλησης

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

  1. (ποιητικός τύπος: εὐνοίᾱ
  2. ιωνικός τύπος : εὐνοίη, εὐνοΐη

Πηγές[επεξεργασία]