απουσία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | απουσία | οι | απουσίες |
| γενική | της | απουσίας | των | απουσιών |
| αιτιατική | την | απουσία | τις | απουσίες |
| κλητική | απουσία | απουσίες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- απουσία < αρχαία ελληνική ἀπουσία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.puˈsi.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐που‐σί‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]απουσία θηλυκό
- το να μην παρευρίσκεται κάποιος ή κάτι εκεί όπου θα έπρεπε ή όπου θα αναμενόταν να είναι
- ※ Είπαμε: ορμάς, βουτάς, κάνω ότι σε πυροβολώ, γίνεσαι και βρισκόμαστε μετά για τη μοιρασιά. Δεν είναι τόσο απλό και το ξέρεις. Πρέπει να έχω μια δικαιολογημένη απουσία από το γραφείο, να έχω ένα άλλοθι και, προπάντων, να γίνω μπουχός, όπως είπες, χωρίς να με πιάσουν (Πέτρος Μαρτινίδης, Σε περίπτωση πυρκαϊάς, εκδ. Νεφέλη, 1999 , σελ. 59)
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα απ- (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)