Μετάβαση στο περιεχόμενο

αποστροφή

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀποστροφή

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αποστροφή οι αποστροφές
      γενική της αποστροφής των αποστροφών
    αιτιατική την αποστροφή τις αποστροφές
     κλητική αποστροφή αποστροφές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αποστροφή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποστροφή και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική aversion[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.po.stɾoˈfi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αποστροφή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αποστροφή θηλυκό

  1. έντονο αρνητικό συναίσθημα για κάτι ή κάποιον που σε κάνει να στρέφεσαι προς την άλλη μεριά
     συνώνυμα: αντιπάθεια ή απέχθεια ή αηδία
  2. (ρητορικό σχήμα) το να απευθύνεται ο ομιλητής διακόπτοντας τον λόγο του σε κάποιο πρόσωπο ή σε αφηρημένη έννοια
    παράδειγμα  Σε μια αποστροφή του λόγου του, αναφέρθηκε στον αείμνηστο ...
     δείτε και τη λέξη παρέκβαση

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • αποστροφή - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)