δυσχερής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δυσχερής δυσχερής δυσχερές
γενική δυσχερούς δυσχερούς δυσχερούς
αιτιατική δυσχερή δυσχερή δυσχερές
κλητική δυσχερή(ς) δυσχερής δυσχερές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δυσχερείς δυσχερείς δυσχερή
γενική δυσχερών δυσχερών δυσχερών
αιτιατική δυσχερείς δυσχερείς δυσχερή
κλητική δυσχερείς δυσχερείς δυσχερή


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυσχερής < αβέβαιης ετυμολογίας, πιθανόν από το δυσ- και χείρ ή δυσ- + χαίρω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δυσχερής

  1. που εμφανίζει δυσκολίες και προβλήματα σε αρκετά μεγάλο βαθμό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]