χαίρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαίρω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χαίρω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈçe.ɾo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χαί‐ρω

Ρήμα[επεξεργασία]

χαίρω, πρτ.: έχαιρα και δείτε χαίρομαι και τύπους από το αρχαίο χαίρω

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • να σε χαρώ (θαυμασμός, χαρά ή ειρωνία)
  • Χαίρε Μαρία (απόδοση του Ave Maria αλλά και χαιρετισμός προς την Παναγία από τον αρχάγγελο)
  • χαίρω πολύ και χαίρω πολύ για την γνωριμία (στις συστάσεις με ένα άνθρωπο που πρωτογνωρίζουμε)
  • χαίρω πολύ (ειρωνικά, όταν μας λένε κάτι αυτονόητο ή για κάτι που πάει κάποιος να κάνει πολύ αργά και το έχουμε ήδη κάνει εμείς)
  • να με χαρείς!(σε εξορκίζω, σε δεσμεύω με όρκο, διαφορετικά θα πεθάνω)
  • να μη χαρείς... (κατάρα)
  • χαίρω εκτίμησης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

και τα παράγωγά τους

→ και δείτε τις λέξεις χαίρε και χαίρομαι

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαίρω, ήδη ομηρικό < *χαρ-jω (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *kʰəřřō < θέμα *χαρ- μεταπτωτική βαθμίδα για την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵʰer- (επιθυμώ, βρίσκω ευχαρίστηση). Συγγενή: σανσκριτική हृयात् (hṛyāt), λατινική hortor, αρχαία ελληνική χαρά, κ.ά. [1]

Ρήμα[επεξεργασία]

χαίρω

  1. χαίρομαι
    ἥδομαι καὶ χαίρομαι κεὐφραίνομαι
  2. χαιρετώ
    χαῖρ᾽, ἐσθλὸς ἐσθλοῦ παῖς, τύραννε τῆσδε γῆς, Ἕκτορ. Παλαιᾷ σ᾽ ἡμέρᾳ προσεννέπω. Χαίρω δέ σ᾽ εὐτυχοῦντα καὶ προσήμενον πύργοισιν ἐχθρῶν: (Χαίρε, γενναίε Έκτορα, παιδί γενναίου, άρχοντα αυτής της γης. Μετά από μια μακρά ημέρα σε χαιρετίζω. Χαίρομαι για την επιτυχία σου, να σε βλέπω στρατοπεδευμένο...)
  3. αποχαιρετώ μια παλιά μου σκέψη, την ξεχνώ, αλλάζω γνώμη
    χαιρέτω βουλεύματα τά πρόσθεν

Κλίση[επεξεργασία]

Ενεργ. μέλλ. χαιρήσω και κεχαρήσω και χαρῶ αορ. ἐχαίρησα, παρακ. κεχάρηκα
Μέση <χαίρομαι>, μέλ.χαροῦμαι, χαρήσομαι, κεχαρήσομαι, αόρ. ἐχηράμην, χεράμην, κεχαρόμην, ἐχάρην, παρακ. κεχάρημαι

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • οὐ χαιρήσεις: δεν θα χαρείς για πολύ (θα το πληρώσεις στο μέλλον)
  • χαῖρε, χαίρετον (δυικός) χαίρετε (χαιρετισμός όπως σήμερα) και μάλα χαῖρε, θεοὶ δέ τοι ὄλβια δοῖεν και χαῖρέ μοι
  • (εἴτε δὲ ἐγένετό τις Σάλμοξις ἄνθρωπος, εἴτ᾽ ἐστὶ δαίμων τις Γέτῃσι οὗτος ἐπιχώριος,) χαιρέτω. : (δεν μπορώ να ξέρω αν ήταν άνθρωπος ή θεότητα των Γετών,) αυτό το θέμα το αφήνω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

 ετυμολογικό πεδίο 
χαρ- 

Σύνθετα[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

Πηγές[επεξεργασία]