Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαίρω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαίρω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χαίρω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈçe.ɾo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χαίρω

χαίρω, πρτ.: έχαιρα και δείτε χαίρομαι και τύπους από το αρχαίο χαίρω

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

και τα παράγωγά τους

 και δείτε τις λέξεις χαίρε και χαίρομαι

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαίρω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χαίρω

χαίρω

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

χαίρω, ήδη ομηρικό < *χαρ-jω (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *kʰəřřō < θέμα *χαρ- μεταπτωτική βαθμίδα για την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵʰer- (επιθυμώ, βρίσκω ευχαρίστηση). Συγγενή: σανσκριτική हृयात् (hṛyāt), λατινική hortor, αρχαία ελληνική χαρά, κ.ά. [1]

χαίρω

  1. χαίρομαι
    παράδειγμα  ἥδομαι καὶ χαίρομαι κεὐφραίνομαι
  2. χαιρετώ
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Ῥῆσος, στίχ. 388 (388-391), Rhesus@poesialatina.it
    χαῖρ᾽, ἐσθλὸς ἐσθλοῦ παῖς, τύραννε τῆσδε γῆς,
    Ἕκτορ. παλαιᾷ σ᾽ ἡμέρᾳ προσεννέπω.
    Χαίρω δέ σ᾽ εὐτυχοῦντα καὶ προσήμενον
    πύργοισιν ἐχθρῶν []
    Χαίρε, γενναίε Έκτορα, παιδί γενναίου, άρχοντα αυτής της γης. Μετά από μια μακρά ημέρα σε χαιρετίζω. Χαίρομαι για την επιτυχία σου, να σε βλέπω στρατοπεδευμένο...
  3. αποχαιρετώ μια παλιά μου σκέψη, την ξεχνώ, αλλάζω γνώμη
    παράδειγμα  χαιρέτω βουλεύματα τά πρόσθεν
Ενεργ. μέλλ. χαιρήσω και κεχαρήσω και χαρῶ αορ. ἐχαίρησα, παρακ. κεχάρηκα
Μέση <χαίρομαι>, μέλ.χαροῦμαι, χαρήσομαι, κεχαρήσομαι, αόρ. ἐχηράμην, χεράμην, κεχαρόμην, ἐχάρην, παρακ. κεχάρημαι

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

χαιρετισμοί:

Παράγωγα

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
χαρ- 

μετοχές:

με -χαίρω

σύνθετα

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.