χάρις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: χάρη

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χάρις < αρχαία ελληνική χάρις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χάρις θηλυκό


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χάρις < χαίρω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χάρις-ιτος θηλυκό

  1. η χάρη, το θέλγητρο, το κάλλος
  2. φιλοφροσύνη
  3. ευμένεια, ευεργεσία, δώρο
  4. ευγνωμοσύνη
  5. τέρψη, χαρά
  6. οφειλόμενη τιμή, προσφορά, λατρεία

Κλίση[επεξεργασία]

Χάρις Χάριτες

Χάριτος Χαρίτων

Χάριτι Χάρισι(ν)

Χάριν Χάριτας

Χάρι Χάριτες

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • χάριν δίδωμι με δοτική: υποχωρώ, ενδίδω
  • χάριν φέρω με δοτική και χάριν τίθεμαι με δοτική: χαρίζομαι, κάνω σε κάποιον τη χάρη
  • χάρις άχαρις: δώρο-άδωρο
  • δια χαρίτων γίγνομαι με δοτική: έχω πολύ καλές σχέσεις με κάποιον
  • χάριν (αιτιατική) με γενική: επιρρηματική χρήση που δηλώνει: "προς χάρη" "για χάρη" κάποιου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]