χαρά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χαρά οι χαρές
      γενική της χαράς των χαρών
    αιτιατική τη χαρά τις χαρές
     κλητική χαρά χαρές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαρά < αρχαία ελληνική χαρά < χαίρω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xa.ˈɾa/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαρά θηλυκό

  1. συναίσθημα ευχαρίστησης για μια κατάσταση
     συνώνυμα: ενθουσιασμός, ευχαρίστηση, ικανοποίηση, χαρμονή, χαρμοσύνη
     αντώνυμα: απογοήτευση, δυσαρέσκεια, θλίψη, λύπη, οδύνη, πίκρα, στενοχώρια
  2. (στον πληθυντικό) ένα σύνολο από ευχάριστα πράγματα
    καιρός να απολαύσουμε τις χαρές του καλοκαιριού

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • γεια χαρά : γεια (σου / σας)
  • δίνω χαρά σε κάποιον : προκαλώ ευχαρίστηση σε κάποιον
  • (είμαι) μια χαρά / μια χαρούλα : είμαι σε καλή κατάσταση
  • κάνω χαρές : εκφράζω την ευχαρίστησή μου
  • μετά χαράς : με μεγάλη ευχαρίστηση
  • μια χαρά και δυο τρομάρες: ευφημισμός για όχι τόσο καλή κατάσταση ή διάθεση
  • παιδική χαρά : ειδικά διαμορφωμένος χώρος με υπαίθρια παιχνίδια
  • χαρά Θεού : ηλιόλουστη μέρα
  • χαρά σ' αυτόν που... : είναι τυχερός που....
  • χαράς ευαγγέλια : χαρμόσυνη είδηση
  • στις χαρές σου: (ευχή) στους γάμους σου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

1η κλίση - Ομάδα κατά το «στρατιά»
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική χαρᾱ́ αἱ χαραί
      γενική τῆς χαρᾶς τῶν χαρῶν
      δοτική τῇ χαρ ταῖς χαραῖς
    αιτιατική τὴν χαρᾱ́ν τὰς χαρᾱ́ς
     κλητική ! χαρᾱ́ χαραί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ   τὼ χαρᾱ́  
γεν-δοτ   τοῖν χαραῖν  
Παράρτημα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαρά