joy
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| joy | joys |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]joy (en)
- (μη μετρήσιμο) η χαρά, το συναίσθημα
They were expressing their joy with cheers.
- Εξέφραζαν τη χαρά τους με ζητωκραυγές.
- η χαρά, για κάποιον ή για κάτι που γίνεται αιτία χαράς
You are my greatest joy.
- Είσαι η πιο μεγάλη μου χαρά.