ικανοποίηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ικανοποίηση ικανοποιήσεις
γενική ικανοποίησης
& ικανοποιήσεως
ικανοποιήσεων
αιτιατική ικανοποίηση ικανοποιήσεις
κλητική ικανοποίηση ικανοποιήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ικανοποίηση < ικανοποιώ + -ση < ελληνιστική κοινή ἱκανοποιέω / ἱκανοποιῶ < αρχαία ελληνική ἱκανός (< ἱκνέομαι) + ποιέω / ποιῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ka.nɔ.ˈpi.i.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ικανοποίηση θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]