αποζημίωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποζημίωση < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αποζημίωση θηλυκό

  • χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε αυτόν που έπαθε κάποια ζημιά από τον υπαίτιο ή το κράτος
  • χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε κάποιον για την εκτέλεση ενός ορισμένου έργου, αμοιβή
  • (γενικότερα) η υλική ή κυρίως η ηθική ανταμοιβή που κερδίζει κάποιος για τους κόπους του και την προσφορά του


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]