Freude
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | die | Freude | die | Freuden |
| γενική | der | Freude | der | Freuden |
| δοτική | der | Freude | den | Freuden |
| αιτιατική | die | Freude | die | Freuden |
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈfʁɔɪ̯də/
- ⓘ
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Freu‐de
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Freude (de) θηλυκό
- η χαρά
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]- Kummer αρσενικό
- Melancholie θηλυκό
- Traurigkeit θηλυκό
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Freude αρσενικό ή θηλυκό