Kummer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Kummer -
γενική des Kummers -
δοτική dem Kummer -
αιτιατική den Kummer -

Kummer (de) αρσενικό