Glück

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɡlʏk/
 
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: Glück

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Glück (de) ουδέτερο

  1. η τύχη
    er hat Glück - έχει τύχη/είναι τυχερός
  2. η ευτυχία


Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Glück αρσενικό ή θηλυκό

  • Familienforschung in Westpreußen, ανακτήθηκε στις 20/8/2023 [1], [2]



Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Glück < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Glück αρσενικό ή θηλυκό

  • Last names with at least 10 bearers among persons registered on 31 December of each year. Year 1999 - 2020, Statistics Sweden [3]