λύπη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: λίπη, λείπει

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λύπη λύπες
γενική λύπης λυπών
αιτιατική λύπη λύπες
κλητική λύπη λύπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λύπη < αρχαία ελληνική λύπη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λύπη θηλυκό

  1. το συναίσθημα του πόνου ή της στενοχώριας που προκαλεί μια αρνητική και απευκταία κατάσταση ή γεγονός
  2. συνώνυμα: θλίψη
  3. ο οίκτος, η λύπηση για κάποιον

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική λύπη λύπα λῦπαι
Γενική λύπης λύπαιν λυπῶν
Δοτική λύπ λύπαιν λύπαις
Αιτιατική λύπην λύπα λύπας
Κλητική λύπη λύπα λῦπαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λύπη < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λύπη

  1. δυσάρεστη σωματική αίσθηση
    αντώνυμα: ἡδονή
  2. συναίσθημα λύπης
    αντώνυμα: χαρά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]