λύπη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: λίπη, λείπει

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λύπη οι λύπες
      γενική της λύπης
    αιτιατική τη λύπη τις λύπες
     κλητική λύπη λύπες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «ζέστη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λύπη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λύπη

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈli.pi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λύ‐πη
ομόηχα: λείπει, λίπη
τονικό παρώνυμο: λυπεί

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λύπη θηλυκό

  1. το συναίσθημα του πόνου ή της στενοχώριας που προκαλεί μια αρνητική και απευκταία κατάσταση ή γεγονός
     συνώνυμα: θλίψη
  2. ο οίκτος, η λύπηση για κάποιον

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
λῡπα-
ονομαστική λύπη αἱ λῦπαι
      γενική τῆς λύπης τῶν λυπῶν
      δοτική τῇ λύπ ταῖς λύπαις
    αιτιατική τὴν λύπην τὰς λύπᾱς
     κλητική ! λύπη λῦπαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  λύπ
γεν-δοτ τοῖν  λύπαιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι μακρό.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία όπως «γνώμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λύπη, ήδη τον 6ο αιώνα < (ίσως) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leup-[1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λύπη (ῡ) θηλυκό

  1. δυσάρεστη σωματική αίσθηση
     αντώνυμα: ἡδονή
    ※  λῦπαι γὰρ ἀνθρώποισι τίκτουσιν νόσους. (Ευριπίδης, Fragmenta, 1071, 1)
  2. συναίσθημα λύπης
     αντώνυμα: χαρά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

(Χρειάζεται επεξεργασία)

Πηγές[επεξεργασία]

  1. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill.