Μετάβαση στο περιεχόμενο

αίσθηση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αίσθηση οι αισθήσεις
      γενική της αίσθησης* των αισθήσεων
    αιτιατική την αίσθηση τις αισθήσεις
     κλητική αίσθηση αισθήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αισθήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

αίσθηση < αρχαία ελληνική αἴσθησις < αἰσθάνομαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂ewisd- < *h₂ew- (βλέπω, παρατηρώ)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈe.sθi.si/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αίσθηση θηλυκό

  1. λειτουργία του οργανισμού με την οποία προσλαμβάνονται τα ερεθίσματα του εξωτερικού περιβάλλοντος (όραση, ακοή, αφή, γεύση, όσφρηση)
  2. η εντύπωση που δημιουργείται από τις αισθήσεις, το αίσθημα
    παράδειγμα  Δεν αντέχει την αίσθηση του κρύου νερού στην πλάτη.
  3. γνώση και ευαισθησία σχετικά με κάτι, η ικανότητα αντίληψης και αξιολόγησης
    παράδειγμα  η αίσθηση του ωραίου, η αίσθηση του μέτρου
      Η ψυχολατρία (ανιμισμός) που διακρίνεται σε όλο το μυθιστόρημα, η έλλειψη κάθε αισθήματος αυτού που αποκαλούμε παράδοση, το διαρκές παρόν της πρωτόγονης συνείδησης διασαλεύονται από την ανάδυση της ατομικότητας που επιθυμεί να διαφέρει, να δημιουργήσει το χρόνο της και να δηλώνει σε συλλογικό επίπεδο τη διαφορετική της χρονική αίσθηση. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)
  4. εντύπωση, όχι απαραιτήτως θεμελιωμένη
    παράδειγμα  Αυτός ο άνθρωπος μου δίνει την αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά μαζί του.
  5. προαίσθημα

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια