Μετάβαση στο περιεχόμενο

αισθητική

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αἰσθητική

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αισθητική οι αισθητικές
      γενική της αισθητικής των αισθητικών
    αιτιατική την αισθητική τις αισθητικές
     κλητική αισθητική αισθητικές
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αισθητική < θηλυκό του αισθητικός, λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Aesthetik ή από τη γαλλική esthétique < αρχαία ελληνική αἰσθητικός [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.sθi.tiˈci/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αισθητική
ομόηχο: αισθητικοί

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αισθητική θηλυκό

  1. (φιλοσοφία) ο κλάδος της φιλοσοφίας που μελετά τα ερωτήματα τα σχετικά με τη φύση του ωραίου
  2. η ιδιαίτερη άποψη για το ωραίο που αποπνέει κάτι
      Μέσα στο κλίμα της ρομαντικής μελαγχολίας, ο ήρωας, ο βυρωνικός, ο στοχαστής, ο ποιητής δεν είχε άλλο τρόπο να αποδείξει το υπαρξιακό βάθος και την αγωνία του, την αισθητική και την ευαισθησία του, παρά μόνο με την «αριστοκρατική» μελαγχολία, την απόσταση από τα εγκόσμια, τη ρομαντική ανία (Μίμης Ανδρουλάκης, Μν, γυναικείο αντιμυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2000, σελ. 160)
    παράδειγμα  η αισθητική του χώρου
  3. (κοσμετολογία) η ενασχόληση με την ομορφιά και την περιποίηση του σώματος (προσώπου, μαλλιών κλπ)
    παράδειγμα  Ινστιτούτο Αισθητικής

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

αισθητική

Αναφορές

[επεξεργασία]