חוש

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

חוש (he) (khush) αρσενικό

  • αίσθηση (όπως οι 5 αισθήσεις ή η αίσθηση του χιούμορ)