λυπάμαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λυπάμαι, παθητική φωνή του λυπώ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /li.ˈpa.mɛ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

λυπάμαι/λυπούμαι, π.αόρ.: λυπήθηκα, μτχ.π.π.: λυπημένος, (βλ.ενεργ.: λυπώ)

  1. αισθάνομαι λύπη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: στεναχωριέμαι, θλίβομαι
    λυπάμαι που φεύγεις
  2. αισθάνομαι λύπη, συμπόνια και οίκτο για κάποιον
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: σπλαχνίζομαι, συμπονώ
    τον λυπήθηκαν και του έδωσαν χρήματα
  3. υπολογίζω κάτι, με νοιάζει
    δε λυπάσαι το νερό κι αφήνεις τη βρύση να τρέχει;
  4. δεν ξοδεύω
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τσιγκουνεύομαι
    λυπήθηκες το αλάτι και δεν έβαλες στο φαγητό;

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]