ξοδεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξοδεύω < μεσαιωνική ελληνική ξοδεύω < ελληνιστική κοινή ἐξοδεύω < ἔξοδος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ksɔ.ˈðɛ.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξοδεύω

  1. χρησιμοποιώ ένα αγαθό για να ικανοποιήσω μια ανάγκη, το κάνω να εξάντληθει
    ξοδέψαμε όλο το ζεστό νερό
  2. πληρώνω και εξαντλώ ένα ποσό για κάτι που θέλω
    κάθε βράδυ ξοδεύει μια περιουσία
  3. (γενικότερα) χρησιμοποιώ τις δυνάμεις, το χρόνο, τις σκέψεις μου, για να πετύχω κάτι που επιθυμώ
  4. (για μηχάνημα) καταναλώνω ενέργεια, βενζίνη, ηλεκτρισμό κ.λπ.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: καίω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]