έξοδο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το έξοδο τα έξοδα
      γενική του εξόδου των εξόδων
    αιτιατική το έξοδο τα έξοδα
     κλητική έξοδο έξοδα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έξοδο < μεσαιωνική ελληνική ξοδεύω < ελληνιστική κοινή ἐξοδεύω < ἔξοδος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έξοδο ουδέτερο

  1. (συχνότερα στον πληθυντικό) χρηματικό ποσό που καταβάλλει κάποιος για να καλύψει τις ανάγκες του
    το παιδί τους μπήκε στο πανεπιστήμιο και έχουν να αντιμετωπίσουν τα έξοδα της πρώτης εγκατάστασης σε άλλη πόλη
    δεν είναι και μεγάλο έξοδο να παίρνεις μια εφημερίδα κάθε μέρα

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

έξοδο