dépense

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

dépense < despanse < λατινική dispensa < dispendere

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /;;;/
ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
dépense dépenses

dépense (fr) θηλυκό

  1. το έξοδο
    dépenses courantes: τρέχοντα έξοδα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]