se dépenser

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

se dépenser < dépenser

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sə·de.pɑ̃.se/

Ρήμα[επεξεργασία]

se dépenser (fr) (pronominal)

  1. κάνω προσπάθειες
  2. κουράζομαι
  3. (μεταφορικά) αθλούμαι, κάνω αθλητισμό, σπορ
    cet enfant a besoin de se dépenser - αυτό το παιδί χρειάζεται να κάνει αθλητισμό
  4. εκτονώνομαι

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]