κουράζομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουράζομαι < κουράζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κουράζομαι

  1. αισθάνομαι αδυναμία
  2. καταβάλλω υπερβολική προσπάθεια για να πετύχω κάτι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]