συμπόνια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : συμπονία, σύμπνοια

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συμπόνια συμπόνιες
γενική συμπόνιας
αιτιατική συμπόνια συμπόνιες
κλητική συμπόνια συμπόνιες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμπόνια < συν- + πόνος + -ια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συμπόνια θηλυκό

  1. η συναίσθηση του πόνου που νιώθει κάποιος άλλος ή των δεινών που πλήττουν κάποιον άλλο σε συνδυασμό με την επιθυμία να τον ανακουφίσεις από αυτά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]