sorry
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | sorry |
| συγκριτικός | sorrier / more sorry |
| υπερθετικός | sorriest / most sorry |
sorry (en)
- (όχι πριν από ουσιαστικό) λυπάμαι, νιώθω λυπημένος και δείχνω συμπόνια
They were sorry for him and gave him money.
- Τον λυπήθηκαν και του έδωσαν χρήματα.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Επιφώνημα
[επεξεργασία]sorry (en)