εκνευριστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική εκνευριστικός εκνευριστική εκνευριστικό
γενική εκνευριστικού εκνευριστικής εκνευριστικού
αιτιατική εκνευριστικό εκνευριστική εκνευριστικό
κλητική εκνευριστικέ εκνευριστική εκνευριστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εκνευριστικοί εκνευριστικές εκνευριστικά
γενική εκνευριστικών εκνευριστικών εκνευριστικών
αιτιατική εκνευριστικούς εκνευριστικές εκνευριστικά
κλητική εκνευριστικοί εκνευριστικές εκνευριστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκνευριστικός < εκνευρίζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εκνευριστικός

  1. που εκνευρίζει τους άλλους
    εκνευριστικός άνθρωπος, θόρυβος
    εκνευριστική συνήθεια
    εκνευριστικό χούι


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]