εκνευριστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική εκνευριστικός εκνευριστική εκνευριστικό
γενική εκνευριστικού εκνευριστικής εκνευριστικού
αιτιατική εκνευριστικό εκνευριστική εκνευριστικό
κλητική εκνευριστικέ εκνευριστική εκνευριστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εκνευριστικοί εκνευριστικές εκνευριστικά
γενική εκνευριστικών εκνευριστικών εκνευριστικών
αιτιατική εκνευριστικούς εκνευριστικές εκνευριστικά
κλητική εκνευριστικοί εκνευριστικές εκνευριστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκνευριστικός < εκνευρίζω

Επίθετο[επεξεργασία]

εκνευριστικός

  1. που εκνευρίζει τους άλλους
    εκνευριστικός άνθρωπος, θόρυβος
    εκνευριστική συνήθεια
    εκνευριστικό χούι


Μεταφράσεις[επεξεργασία]