ενοχλητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ενοχλητικός ενοχλητική ενοχλητικό
γενική ενοχλητικού ενοχλητικής ενοχλητικού
αιτιατική ενοχλητικό ενοχλητική ενοχλητικό
κλητική ενοχλητικέ ενοχλητική ενοχλητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενοχλητικοί ενοχλητικές ενοχλητικά
γενική ενοχλητικών ενοχλητικών ενοχλητικών
αιτιατική ενοχλητικούς ενοχλητικές ενοχλητικά
κλητική ενοχλητικοί ενοχλητικές ενοχλητικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενοχλητικός < ενοχλώ + -τικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενοχλητικός, -ή, -ό

  • που ενοχλεί, που πειράζει κάποιον ή τον αναστατώνει

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]