πειραχτήρι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | πειραχτήρι | τα | πειραχτήρια |
| γενική | του | πειραχτηριού | των | πειραχτηριών |
| αιτιατική | το | πειραχτήρι | τα | πειραχτήρια |
| κλητική | πειραχτήρι | πειραχτήρια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pi.ɾaˈxti.ɾi/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πειραχτήρι ουδέτερο
- το παιδί ή άλλο πρόσωπο που αρέσκεται να πειράζει τους άλλους, να αστεΐζεται μαζί τους
- ※ Όταν όμως κυρίευε τη Γιολάντα η μελαγχολία, στις προσωπικές της εξομολογήσεις, το αγοροκόριτσο - πειραχτήρι μεταμορφωνόταν σε ένα μικρό παιδάκι, παρατημένο, ανυπεράσπιστο, ανήμπορο. (Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης επαναστάτης, Προσωπική μυθιστορία, εκδ. Ίκαρος, 2018)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη πειράζω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -τήρι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)