Μετάβαση στο περιεχόμενο

troublesome

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός troublesome
συγκριτικός more troublesome
υπερθετικός most troublesome

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
troublesome < trouble + -some

Επίθετο

[επεξεργασία]

troublesome (en)