ενόχληση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ενόχληση οι ενοχλήσεις
      γενική της ενόχλησης
& ενοχλήσεως
των ενοχλήσεων
    αιτιατική την ενόχληση τις ενοχλήσεις
     κλητική ενόχληση ενοχλήσεις
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενόχληση < αρχαία ελληνική ἐνοχλησις < ἐνοχλέω / ἐνοχλῶ < ἐν + ὀχλέω < ὄχλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *woǵʰlos < *weǵʰ (φέρω, μεταφέρω) (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική gêne)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενόχληση θηλυκό

  1. κάτι που ενοχλεί κάποιον
  2. (κατ’ επέκταση) (ιατρική) αίσθημα δυσφορίας, δυσανασχέτισης, πόνου κ.λπ. που αισθάνεται κάποιος
    Εναλλακτικές μορφές: ενόχλημα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]