bother
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]bother (en)
- (μη μετρήσιμο) ο κόπος, η φασαρία
- (μόνο ενικός) η ενόχληση, το βάρος, ενοχλητική κατάσταση, πράγμα ή άτομο
It’s a big bother but it can’t be done any other way.
- Είναι μεγάλη ενόχληση αλλά δε γίνεται αλλιώς.
I hope I haven't been a bother.
- Ελπίζω να μην ήμουν βάρος./Ελπίζω να μην σε ενόχλησα.
It’s not a bother at all for me to do this favor for you.
- Δε μου είναι καθόλου βάρος να σου κάνω την εξυπηρέτηση αυτή.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | bother |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | bothers |
| αόριστος | bothered |
| παθητική μετοχή | bothered |
| ενεργητική μετοχή | bothering |
bother (en)
- (μεταβατικό & αμετάβατο, χρησιμοποιείται συχνά σε αρνητικές προτάσεις και ερωτήσεις) μπαίνω στον κόπο, κάνω στον κόπο, ασχολούμαι με κάτι
I don't know why I bother! Nobody ever listens!
- Δεν ξέρω γιατί μπαίνω στον κόπο! Κανείς δεν ακούει ποτέ!
If that’s all the thanks I get, I won’t bother again!
- Αν είναι αυτό το ευχαριστώ που παίρνω, δεν πρόκειται να ξαναμπώ στον κόπο!
It's not worth bothering with an umbrella—the car's just outside.
- Δεν αξίζει να μπω στον κόπο να πάρω ομπρέλα—το αμάξι είναι ακριβώς απ’ έξω.
He didn't even bother to let me know he was coming.
- Δεν μπήκε καν στον κόπο να με ενημερώσει ότι θα ερχόταν.
Why bother asking if you're not really interested?
- Γιατί μπαίνεις στον κόπο να ρωτήσεις, αν δεν σε ενδιαφέρει πραγματικά;
If you bother to study, you’ll understand it.
- Αν κάνεις τον κόπο να διαβάσεις, θα το καταλάβεις.
Don’t bother, I will fix it by myself.
- Μην κάνεις τον κόπο, θα το φτιάξω μόνος μου.
Don’t bother, it’s a lost cause.
- Μην ασχολείσαι, είναι χαμένη υπόθεση.
I don't know why you bother with them.
- Δεν ξέρω γιατί ασχολείσαι μαζί τους.
He doesn’t bother much about his appearance.
- Δεν ασχολείται πολύ με την εμφάνισή του.
- (μεταβατικό) ενοχλώ, ανησυχώ ή στενοχωρώ κάποιον· του προκαλώ ενόχληση, πρόβλημα ή πόνο
That sprained ankle is still bothering her.
- Αυτό το διάστρεμμα στον αστράγαλο ακόμα την ενοχλεί.
I don't want to bother her with my problems at the moment.
- Δε θέλω να την ενοχλήσω με τα προβλήματά μου αυτή τη στιγμή.
Does it bother you that she earns more than you?
- Σε ενοχλεί που βγάζει περισσότερα από σένα;
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη annoy
- (μεταβατικό) ενοχλώ, διακόπτω κάποιον· μιλάω σε κάποιον όταν δεν θέλει να μου μιλήσει
Stop bothering me when I'm working.
- Σταμάτα να με ενοχλείς όταν δουλεύω.
Let me know if he bothers you again.
- Πες μου αν σε ενοχλήσει ξανά.
Sorry to bother you, but there's a call for you on line two.
- Συγγνώμη που σας ενοχλώ, αλλά υπάρχει ένα τηλεφώνημα για εσάς στη γραμμή δύο.