Μετάβαση στο περιεχόμενο

bother

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

bother (en)

  1. (μη μετρήσιμο) ο κόπος, η φασαρία
    παράδειγμα  Don't go to the bother of tidying up for me.
    Μην μπαίνεις στον κόπο να τακτοποιήσεις για μένα.
    παράδειγμα  It’s no bother at all.
    Δεν είναι καθόλου κόπος.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη trouble
  2. (μόνο ενικός) η ενόχληση, το βάρος, ενοχλητική κατάσταση, πράγμα ή άτομο
    παράδειγμα  It’s a big bother but it can’t be done any other way.
    Είναι μεγάλη ενόχληση αλλά δε γίνεται αλλιώς.
    παράδειγμα  I hope I haven't been a bother.
    Ελπίζω να μην ήμουν βάρος./Ελπίζω να μην σε ενόχλησα.
    παράδειγμα  It’s not a bother at all for me to do this favor for you.
    Δε μου είναι καθόλου βάρος να σου κάνω την εξυπηρέτηση αυτή.
ενεστώτας bother
γ΄ ενικό ενεστώτα bothers
αόριστος bothered
παθητική μετοχή bothered
ενεργητική μετοχή bothering

bother (en)

  1. (μεταβατικό & αμετάβατο, χρησιμοποιείται συχνά σε αρνητικές προτάσεις και ερωτήσεις) μπαίνω στον κόπο, κάνω στον κόπο, ασχολούμαι με κάτι
    παράδειγμα  I don't know why I bother! Nobody ever listens!
    Δεν ξέρω γιατί μπαίνω στον κόπο! Κανείς δεν ακούει ποτέ!
    παράδειγμα  If that’s all the thanks I get, I won’t bother again!
    Αν είναι αυτό το ευχαριστώ που παίρνω, δεν πρόκειται να ξαναμπώ στον κόπο!
    παράδειγμα  It's not worth bothering with an umbrella—the car's just outside.
    Δεν αξίζει να μπω στον κόπο να πάρω ομπρέλα—το αμάξι είναι ακριβώς απ’ έξω.
    παράδειγμα  He didn't even bother to let me know he was coming.
    Δεν μπήκε καν στον κόπο να με ενημερώσει ότι θα ερχόταν.
    παράδειγμα  Why bother asking if you're not really interested?
    Γιατί μπαίνεις στον κόπο να ρωτήσεις, αν δεν σε ενδιαφέρει πραγματικά;
    παράδειγμα  If you bother to study, you’ll understand it.
    Αν κάνεις τον κόπο να διαβάσεις, θα το καταλάβεις.
    παράδειγμα  Don’t bother, I will fix it by myself.
    Μην κάνεις τον κόπο, θα το φτιάξω μόνος μου.
    παράδειγμα  Don’t bother, it’s a lost cause.
    Μην ασχολείσαι, είναι χαμένη υπόθεση.
    παράδειγμα  I don't know why you bother with them.
    Δεν ξέρω γιατί ασχολείσαι μαζί τους.
    παράδειγμα  He doesn’t bother much about his appearance.
    Δεν ασχολείται πολύ με την εμφάνισή του.
  2. (μεταβατικό) ενοχλώ, ανησυχώ ή στενοχωρώ κάποιον· του προκαλώ ενόχληση, πρόβλημα ή πόνο
    παράδειγμα  That sprained ankle is still bothering her.
    Αυτό το διάστρεμμα στον αστράγαλο ακόμα την ενοχλεί.
    παράδειγμα  I don't want to bother her with my problems at the moment.
    Δε θέλω να την ενοχλήσω με τα προβλήματά μου αυτή τη στιγμή.
    παράδειγμα  Does it bother you that she earns more than you?
    Σε ενοχλεί που βγάζει περισσότερα από σένα;
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη annoy
  3. (μεταβατικό) ενοχλώ, διακόπτω κάποιον· μιλάω σε κάποιον όταν δεν θέλει να μου μιλήσει
    παράδειγμα  Stop bothering me when I'm working.
    Σταμάτα να με ενοχλείς όταν δουλεύω.
    παράδειγμα  Let me know if he bothers you again.
    Πες μου αν σε ενοχλήσει ξανά.
    παράδειγμα  Sorry to bother you, but there's a call for you on line two.
    Συγγνώμη που σας ενοχλώ, αλλά υπάρχει ένα τηλεφώνημα για εσάς στη γραμμή δύο.