ἵημι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας ἵημι ἵεμαι
Παρατατικός ἵην ἱέμην
Μέλλοντας ἥσω ἥσομαι & ἑθήσομαι
Αόριστος ἧκα ἡκάμην & εἵμην & εἵθην
Παρακείμενος εἷκα εἷμαι
Υπερσυντέλικος εἵκειν εἵμην
Συντελεσμένος Μέλλοντας - -


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἵημι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ye-. Συγγενές με το λατινικά iacio

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἵημι ((μεταβατικό) του εἶμι)

  1. θέτω σε κίνηση, κάνω κάτι να κινηθεί
  2. στέλνω, αποστέλλω
  3. εκπέμπω
  4. εκβάλλω
  5. προφέρω, εκστομίζω
  6. ρίχνω
  7. (για υγρό) χύνω, αφήνω να τρέξει
  8. τοποθετώ, θέτω
  9. (μέσο) ωθούμαι
  10. (μέσο) επιθυμώ, ποθώ, λαχταρώ

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]