ἵημι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας ἵημι ἵεμαι
Παρατατικός ἵην ἱέμην
Μέλλοντας ἥσω ἥσομαι & ἑθήσομαι
Αόριστος ἧκα ἡκάμην & εἵμην & εἵθην
Παρακείμενος εἷκα εἷμαι
Υπερσυντέλικος εἵκειν εἵμην
Συντελ.Μέλλ. - -

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἵημι < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ye-. Συγγενές με το λατινικά iacio

Ρήμα[επεξεργασία]

ἵημι ((μεταβατικό) του εἶμι)

  1. θέτω σε κίνηση, κάνω κάτι να κινηθεί
  2. στέλνω, αποστέλλω
  3. εκπέμπω
  4. εκβάλλω
  5. προφέρω, εκστομίζω
  6. ρίχνω
  7. (για υγρό) χύνω, αφήνω να τρέξει
  8. τοποθετώ, θέτω
  9. (μέσο) ωθούμαι
  10. (μέσο) επιθυμώ, ποθώ, λαχταρώ

Κλίση[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]