εκστομίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκστομίζω < εκ- + στόμα + -ίζω ((μεταφραστικό δάνειο) νέα ελληνική ξεστομίζω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εκστομίζω

  1. (λόγιο) ξεστομίζω
  2. (τεχνικός όρος)
    1. σπάω το στόμιο ή το στόμα αντικειμένου
    2. αφαιρώ συνειδητά το στόμιο από κάτι (πχ λόγω ανασχεδιασμού)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

  • εκστομώ

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]